ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ

  • Κατηγορία Man
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ

Με την ψυχολογία του μέσου Ελληνα στα πατώματα λόγω κρίσης, ένας νέος κίνδυνος ξεπροβάλλει: η κρίση στο κρεβάτι του. Σε μια εποχή όπου τα αντικαταθλιπτικά έχουν αντικαταστήσει την ασπιρίνη υπάρχει τρόπος να μη σκοτίζεις το λάθος κεφάλι κάθε φορά που δεν είσαι καλά;

Η Ελένη Π. δεν έμαθε ποτέ το λόγο που τέλειωσε η πρώτη μεγάλη σχέση της. Απλώς έφτασε μια στιγμή που συνειδητοποίησε ότι είχε πάψει να βλέπει ερωτικά το σύντροφό της, με τον οποίο ήταν μαζί από τα φοιτητικά χρόνια. «Στις μακρόχρονες σχέσεις, καμιά φορά το μόνο που κρατάει ένα ζευγάρι μαζί είναι το σεξ» σου λέει και παραδέχεται πως η σχέση της πιθανότατα να έληξε γιατί έχασαν και οι δύο το ενδιαφέρον τους. Τη βασανίζει, όμως, κι ένα άλλο ερώτημα: μήπως τελικά ο πραγματικός λόγος του χωρισμού ήταν τα αντικαταθλιπτικά που έπαιρνε η ίδια για μεγάλο χρονικό διάστημα; «Την περίοδο που έπαιρνα τα φάρμακα είχα χάσει εντελώς την ερωτική μου διάθεση» συνεχίζει. Η σχέση της με την ψυχοφαρμακολογία είχε ξεκινήσει μετά την επίσκεψή της σε κάποιο ιατρικό κέντρο, για να συζητήσει για το έντονο στρες που ένιωθε τις περιόδους της εξεταστικής. «Δεν νομίζω ότι θα μάθω ποτέ πόσο άλλαξε η ζωή μου εκείνη τη μέρα. Ακόμη και σήμερα δεν μου αρέσει να το πολυσκέφτομαι. Με το φίλο μου ήμασταν μαζί δύο χρόνια, διάστημα αρκετά μεγάλο όταν είσαι 18 χρόνων. Ηταν ο πρώτος ερωτικός σύντροφός μου κι αγαπιόμασταν πραγματικά. Θα ήθελα να πιστεύω πως η σχέση μας τέλειωσε φυσικά και όχι εξαιτίας του προβλήματός μου» λέει.

Η πλάκα είναι ότι η ιστορία της Ελένης δεν διαφέρει και πολύ από τη δική μου. Πριν ακόμη κλείσω τα 30 έπαιρνα για δύο χρόνια αντικαταθλιπτικά και το σεξ ήταν το τελευταίο πράγμα που περνούσε απ’ το μυαλό μου. Το χάπι είχε μειώσει το άγχος μου κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά αύξησε τα προβλήματα στην κρεβατοκάμαρα. Φυσικά, οι παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών είναι λίγο-πολύ γνωστές σε όλους μας, αλλά, δυστυχώς, το να μην μπορείς μερικές φορές να σηκώσεις «κεφάλι» όταν οι συνθήκες το απαιτούν ή το να καθυστερείς να ολοκληρώσεις κατά τη διάρκεια του σεξ δεν είναι οι μόνοι τρόποι, με τους οποίους βλάπτεις την ερωτική σου ζωή. Τα αντικαταθλιπτικά δρουν απευθείας στον εγκέφαλο και, πέρα από τη στύση σου, ίσως αφαιρούν κάποια από τη στοργή και την αγάπη που ένιωθες για τη σύντροφό σου. Ετσι, μένεις στο τέλος να αναρωτιέσαι αν για όλη αυτήν την έλλειψη ερωτικού ενδιαφέροντος φταίει η καρδιά, το μυαλό ή η φαρμακευτική αγωγή σου.

Αυτό που εννοούσαμε κάποτε μιλώντας για χημεία μεταξύ δύο ανθρώπων έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί. Τα φάρμακα που ανεβάζουν τη διάθεση κατέκλυσαν την αγορά στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και ένα μέρος της γενιάς που μεγάλωσε τότε έμαθε να λειτουργεί σεξουαλικά υπό την επήρεια ψυχοτρόπων φαρμάκων. Τριάντα χρόνια μετά, η λήψη τους γίνεται ολοένα και πιο συχνά και ο περισσότερος κόσμος, είτε είναι σε σχέση είτε όχι, αγνοεί τις εκπτώσεις που πρέπει να κάνει στην ποιότητα ζωής του, προκειμένου να απαλλαχθεί από την κατάθλιψη. Μάλιστα, δεν είναι και λίγοι οι ασθενείς που βλέπουν το άσχημο πρόσωπο της ιατρικής, αφότου έχουν διακόψει τη λήψη του φαρμάκου τους.

Φυσικά, σκοπός του άρθρου δεν είναι να αμφισβητήσουμε τα οφέλη της φαρμακοβιομηχανίας στην καθημερινότητα όλων μας. Τα αντικαταθλιπτικά έχουν σώσει τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, που υπέφεραν από χρόνιες ψυχικές διαταραχές. Η αντιμετώπιση ενός προβλήματος με τη βοήθεια ειδικού μόνο θετικά μπορεί να εκληφθεί. Η απόφαση ενός ανθρώπου να ξεπεράσει την κατάθλιψη χωρίς να καταφύγει στο αλκοόλ ή, ακόμα χειρότερα, τα ναρκωτικά απαιτεί από μόνη της αρκετό κουράγιο. Από την άλλη, όμως, η παράδοση μιας ολόκληρης γενιάς να ενσωματώνει χωρίς δεύτερη σκέψη τη φαρμακολογία σε κάθε πτυχή της ζωή της, έχει αρχίσει να παίρνει διαστάσεις, που παλαιότερα δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Η τάση για μοναχικότητα, ο εθισμός στο πορνό και η διαρκής εναλλαγή περιστασιακών συντρόφων είναι φαινόμενα, που πίσω τους κρύβουν πολύ βαθύτερα προβλήματα.

Με τόσα νέα στοιχεία να βλέπουν το φως της δημοσιότητας δεν νομίζεις ότι είναι σημαντικό να γνωρίζεις το ρόλο που παίζουν τα αντικαταθλιπτικά στην ενδεχόμενη (αν)ικανότητά σου να αγαπήσεις και να εκφραστείς συναισθηματικά, εντός κι εκτός κρεβατιού; Γιατί, τελικά, πόσο ασφαλής μπορείς να νιώθεις με ένα χάπι, όταν αυτό καταστρέφει τις πιθανότητές σου να κάνεις καλό σεξ;

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μια νέα φουρνιά αντικαταθλιπτικών άρχισε να πλασάρεται παγκοσμίως. Οι διαφημιστικές καμπάνιες είχαν σαν κύριο target group τις γυναίκες, που σύμφωνα με το αμερικανικό National Health and Nutrition Examination Survey παρουσιάζουν 2,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να αρχίσουν φαρμακευτική αγωγή απ’ ό,τι οι άντρες. Μόνο το 2011 στην Αμερική συνταγογραφήθηκαν 264 εκατ. φάρμακα τύπου SSRI (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης). Κατ’ αναλογία, τα ποσοστά στην Ελλάδα δεν είναι καλύτερα. Είτε το γνωρίζεις είτε όχι, κάποιος από τον κύκλο σου παίρνει αντικαταθλιπτικά σε καθημερινή βάση. Στις έρευνες που αφορούν την ψυχική υγεία, οι φοιτητές θεωρούνται η τέλεια δημογραφική ομάδα. Η Audrey Bahrick, συμβουλευτική ψυχολόγος και ερευνήτρια που εξετάζει την επίδραση των SSRI στη σεξουαλικότητα, θεωρεί πως το 

20-30% των φοιτητών που επισκέπτονται το γραφείο της παίρνουν ήδη ψυχοτρόπα φάρμακα. Μάλιστα, όπως λέει, «αν με αυτό το ποσοστό συνυπολογιστεί κι άλλο ένα 20% που επιλέγει να ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τότε οι μισοί από τους φοιτητές που αντιμετωπίζουν θέματα ψυχικής υγείας έχουν βάλει τα φάρμακα για τα καλά στη ζωή τους».

Με ποιον τρόπο, όμως, δρα ένα αντικαταθλιπτικό μες στον οργανισμό; Μέχρι στιγμής γνωρίζουμε ότι τα SSRI αυξάνουν τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλο, αλλά, στην πραγματικότητα, αγνοούμε αν αυτή είναι η μεταβολή που φέρνει τα θετικά αποτελέσματα στους ασθενείς. Σε αντίθεση με ό,τι διαβάζεις στο Ιντερνετ, η επιστημονική κοινότητα δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει ότι η χαμηλή σεροτονίνη είναι κοινό γνώρισμα μόνο των καταθλιπτικών ανθρώπων. Αλλωστε, η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων θα μπορούσε να οφείλεται και στο φαινόμενο placebo ή στο γεγονός ότι τα ψυχοτρόπα φάρμακα καταστέλλουν ή διεγείρουν, ούτως ή άλλως, τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Ετσι το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: τι από τα δύο καταφέρνουν να κάνουν τα χάπια με περισσότερη επιτυχία; Να θεραπεύσουν την κατάθλιψη ή να σε κάνουν λαπά στο κρεβάτι;

Ερευνητικά προγράμματα έχουν δείξει ότι μόνο το 50% των ανθρώπων που πάσχουν από κατάθλιψη ανταποκρίνεται θετικά στη χορήγηση των φαρμάκων του και, μάλιστα, μέσα σε αυτούς υπάρχει και το δυσθεώρητο ποσοστό του 80%, που νιώθει καλύτερα μόνο με το placebo. Οι ερευνητές, μάλιστα, εικάζουν ότι, αν αυτά τα δύο ευρήματα είναι σωστά και ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν, το καθαρό όφελος για τους ασθενείς μπορεί να θεωρηθεί «κλινικά αμελητέο». Δεν είναι τρομακτικό;

Από την άλλη, το ποσοστό των ανθρώπων που χρησιμοποιούν SSRI και βλέπουν την ερωτική τους ζωή να παίρνει την κάτω βόλτα παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την Bahrick: «Μπορούμε πλέον να πούμε με βεβαιότητα ότι η πλειοψηφία των ασθενών που ακολουθούν τη φαρμακευτική οδό παρουσιάζει έκπτωση, μικρότερη ή μεγαλύτερη, στη σεξουαλική του ζωή. Το ποσοστό τους κυμαίνεται μεταξύ του 50% και του 70%». Σε πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Ιράν, οι ερευνητές κατέληξαν ότι οι αρνητικές επιπτώσεις των SSRI στη σεξουαλικότητα όσων συμμετείχαν άγγιξαν το 75%. 

Σε έρευνα που επιμελήθηκε η ίδια η Bahrick διαβάζουμε ότι οι οδηγίες χρήσης που συνοδεύουν τα φάρμακα και αναφέρουν πιθανές παρενέργειες στη σεξουαλική ζωή των ασθενών (σε ποσοστό 2-16%) ίσως είναι πολύ αισιόδοξες. Το ερώτημα όμως είναι: πώς γίνεται μια εκτίμηση του 16% να μεταφράζεται στην πραγματικότητα σε 70%; Η απάντηση είναι απλή. Στα αρχικά εργαστηριακά πειράματα, οι ασθενείς δεν είχαν ερωτηθεί ευθέως για τις επιδόσεις τους στο κρεβάτι. Οι επιστήμονες αρκέστηκαν στην επιβεβαίωση ότι οι εξεταζόμενοι είχαν αδιάφορη σεξουαλική ζωή για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Η Αλεξάνδρα (δεν ειναι το πραγματικό της ονομα) είναι μια 22χρονη φοιτήτρια. Ενα από τα πολλά χάπια που της συνταγογράφησαν την έκανε να παρατηρήσει μια ανησυχητική αλλαγή στην ποιότητα της σεξουαλικής της ζωής: κάθε φορά που αυτοϊκανοποιούταν, η προσπάθειά της κατέληγε σε έναν χλιαρό οργασμό κι ένα μούδιασμα στην ευρύτερη περιοχή. Επίσης, εκτός από το ίδιο το σεξ, πλήγμα είχε δεχτεί και η συναισθηματική σχέση της με τον τότε σύντροφό της. Η Bahrick επισημαίνει κι άλλη μια σημαντική παράμετρο. Βάσει της εμπειρίας της, οι παρενέργειες στη σεξουαλική ζωή των γυναικών δεν φαίνονται τόσο όσο αυτές των αντρών. «Με τους άντρες είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις τη διαφορά. Οταν ένας άντρας χάνει τη στύση του, είναι αδύνατο να το κρύψει από τη σύντροφό του. Μια γυναίκα, όμως, που η σεξουαλικότητά της έχει πληγεί εξαιτίας των φαρμάκων, ίσως και να επιλέξει να προσφέρει σεξουαλική ικανοποίηση χωρίς να ικανοποιείται η ίδια. Αυτό, βέβαια, μπορεί λειτουργήσει μόνο για λίγο, καθώς μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει ένα ζευγάρι ακόμα και στο χωρισμό».

Η παρατήρησή της επιβεβαιώνεται κι από την Αλεξάνδρα. «Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ερωτευτώ ξανά. Οσο για το σεξ, έχω σταματήσει να περνάω καλά προ πολλού. Νιώθω σαν να είμαι πλαστική κούκλα και να περιμένω το φίλο μου να ολοκληρώσει».

Μάλιστα, το μούδιασμα που άρχισε να νιώθει η Αλεξάνδρα με εκείνο το φάρμακο έχει παρατηρηθεί και σε άντρες. Ενας προσωπικός μου φίλος, ας τον πούμε Γιώργο, είχε παρουσιάσει συμπτώματα βαριάς κατάθλιψης και ο γιατρός τού πρότεινε το ίδιο φάρμακο. Οταν έγινε 41 χρόνων, συνειδητοποίησε πως τελικά θα προτιμούσε να είχε διαχειριστεί την πάθησή μόνος του ή με τη βοήθεια ενός συμβουλευτικού ψυχολόγου, παρά να παραδώσει τη λίμπιντό του στα φάρμακα. Μάλιστα, ο Γιώργος άρχισε να νιώθει τις παρενέργειες, αφότου είχε διακόψει τη λήψη του φαρμάκου. Οπως λέει και ο ίδιος: «Οταν μου πρότειναν το χάπι, σκέφτηκα: “Γιατί όχι; Εχω τίποτα να χάσω;”». Και συνεχίζει: «Η αλήθεια είναι πως, για περίπου ένα χρόνο, το χάπι με βοήθησε πολύ. Η διάθεσή μου για σεξ είχε πέσει, αλλά δεν με ένοιαζε. Μέχρι τότε είχα πλούσια ερωτική ζωή κι ένιωθα πλήρης. Τη διαφορά την κατάλαβα αργότερα».

Υστερα από ένα χρόνο, η επίδραση στην ψυχολογία του Γιώργου άρχισε να υποχωρεί κι αποφάσισε να το κόψει. Προς μεγάλη του έκπληξη, οι επιδόσεις του στο σεξ δεν βελτιώθηκαν καθόλου και η κατάσταση έμεινε σταθερή τα επόμενα πέντε χρόνια. «Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι πως υπάρχει κι ένα ποσοστό ανθρώπων, στους οποίους τα σεξουαλικά προβλήματα δείχνουν να είναι μόνιμα» παρατηρεί ο David Healy, συγγραφέας του βιβλίου Pharmageddon και ιδρυτής του Rxisk.org, μιας βάσης δεδομένων σχετικά με τις παρενέργειες των φαρμάκων πριν και μετά τη λήψη τους. Το θετικό είναι ότι οι ιατρικές αναφορές για περιπτώσεις σεξουαλικής δυσλειτουργίας εξαιτίας των SSRI πολλαπλασιάζονται. Εκτός των άλλων, στην ετικέτα μερικών τέτοιων φαρμάκων υπάρχει πλέον η προειδοποίηση ότι η διακοπή της λήψης μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στύσης.

Φυσικά, οι παρενέργειες που μελετάμε εδώ δεν αφορούν στον ίδιο βαθμό το σύνολο των ανθρώπων. Στο παράδειγμα της Ελένης, η διάθεσή της για σεξ επανερχόταν στα φυσιολογικά επίπεδα τα διαστήματα που διέκοπτε το χάπι. Ο Γιώργος, παρά τα πέντε χρόνια αποχής, είναι πλέον ευτυχισμένος σε μια νέα σχέση. Αν πάλι αναρωτιέσαι πώς τα πάω εγώ, μάθε πως ανέκτησα σταδιακά τις επιδόσεις μου και πλέον μπορώ να ολοκληρώσω κανονικά. Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει: πώς γίνεται μια κατηγορία φαρμάκων -υποτίθεται πως βελτιώνουν την ποιότητα ζωής μας- να εξαλείφει έναν από τους λόγους για τους οποίους νιώθουμε ευτυχισμένοι;

Τα αντικαταθλιπτικά επηρεάζουν το νιτρικό οξείδιο, μια χημική ένωση στο αίμα, η οποία, ενώ κάνεις σεξ, χαλαρώνει τους λείους μυς κι ενισχύει την κυκλοφορία του αίματος στα αγγεία του πέους, των θηλών και της κλειτορίδας. Επίσης, μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτεσαι, αισθάνεσαι και κοινωνικοποιείσαι. Ανεβάζοντας τα επίπεδα σεροτονίνης, τα SSRI κατακλύζουν τους υποδοχείς του εγκεφάλου, που διατηρούν την ντοπαμίνη σε υψηλά επίπεδα. Αυτό οδηγεί στη συσσώρευση λιγότερης ντοπαμίνης ανάμεσα στους νευρώνες που επιτρέπουν την επικοινωνία μεταξύ εγκεφάλου και νευρικού συστήματος. Επίσης, είναι αυτός ακριβώς ο νευροδιαβιβαστής που σε κάνει μακροπρόθεσμα να σκέφτεσαι «ωχ, αυτήν τη γυναίκα τη θέλω» ή «την έχω ανάγκη». Ετσι, μειώνοντας τη ροή της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο βάζεις σε κίνδυνο τον τρόπο που βλέπεις τη σύντροφό σου καθημερινά.

Το αποτέλεσμα έχει και ιατρική ονομασία: συναισθηματικό μούδιασμα.Το γεγονός ότι τα αντικαταθλιπτικά (αλλά και διάφορα αντιψυχωσικά) προκαλούν απάθεια και αδιαφορία ήταν γνωστό από τα τέλη της δεκαετίας ’80. Μάλιστα, το συναισθηματικό μούδιασμα που σου προκαλούν μπορεί να σου φανεί και χρήσιμο, καθώς μειώνει την ψυχολογική κατάπτωση, το φόβο και το καθημερινό σου άγχος. Το πρόβλημα είναι ότι, εκτός από αυτά, εξαφανίζονται και τα συναισθηματικά εφόδια που χρειάζεσαι για να προχωρήσεις σε μια ερωτική σχέση.

Σε μια από τις πρώτες αναφορές αυτού του φαινομένου στο British Journal of Psychiatry, το 2009, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης παρατήρησαν την επίδραση των SSRI σε 38 ασθενείς και διαπίστωσαν ότι κάποιοι από τους συμμετέχοντες ένιωθαν λιγότερη στοργή και αγάπη προς τους άλλους, καθώς και λιγότερη έλξη από τις συντρόφους τους. Επίσης, έγινε ξεκάθαρο ότι τα SSRI μπορούν να προκαλέσουν συναισθηματική αποξένωση και μειωμένο ενδιαφέρον για τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων. 

Σύμφωνα με άλλη έρευνα από το ίδιο πανεπιστήμιο, ύστερα από μια εβδομάδα λήψης ενός αντικαταθλιπτικού, άνθρωποι που δεν ήταν καταθλιπτικοί έχασαν την ικανότητά τους να ξεχωρίζουν τα αρνητικά συναισθήματα στις εκφράσεις του προσώπου των συνομιλητών τους. Η καθηγήτρια εξελικτικής βιολογίας Helen Fisher, η οποία έχει ασχοληθεί εκτενώς με την επίδραση των SSRI στις ανθρώπινες σχέσεις, σημειώνει: «Οσον αφορά την αγάπη και την ικανότητά μας να δενόμαστε συναισθηματικά, έχουμε όλοι ανάγκη να κρίνουμε τα πράγματα με καθαρό μυαλό, χωρίς να μπερδευόμαστε ή να επηρεαζόμαστε από τη χρήση ενός χημικού σκευάσματος».

Η Fisher, η οποία έχει χρησιμοποιήσει μέχρι και μαγνητικές τομογραφίες για να εντοπίσει τα εγκεφαλικά κέντρα που σχετίζονται με την επιθυμία και την αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων, προβληματίζεται κυρίως με το συναισθηματικό μούδιασμα των ανθρώπων που δεν πάσχουν από βαριά κατάθλιψη. «Το να χάνεις την ερωτική σου διάθεση είναι σίγουρα τραγικό. Το θέμα όμως είναι πως, όταν κάνεις σεξ, ανεβάζεις τα επίπεδα της τεστοστερόνης σου. Αυτό με τη σειρά του έχει αποτέλεσμα να θες να κάνεις περισσότερο σεξ. Ετσι όσο περισσότερο σεξ κάνεις τόσο πιο πολύ ερεθίζονται τα γεννητικά σου όργανα, γεγονός που με τη σειρά του ανεβάζει τα επίπεδα της ντοπαμίνης, που μακροπρόθεσμα σε κάνει να ερωτεύεσαι» σου εξηγεί. «Επίσης, κάθε φορά που έρχεσαι σε οργασμό εκλύονται η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη, ουσίες που σε βοηθούν να δένεσαι συναισθηματικά με τη σύντροφό σου».

Ας δούμε όμως και την άποψη της άλλης μεριάς. Οι εταιρείες που είναι υπεύθυνες για τα αντικαταθλιπτικά υποστηρίζουν ότι «οι διαταραχές άγχους και η κατάθλιψη, ανεξαρτήτως αν αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική αγωγή ή όχι, σχετίζονται, ούτως ή άλλως, με προβλήματα στη σεξουαλική ζωή».

«Στην πραγματικότητα, η μειωμένη σεξουαλικότητα είναι σύμπτωμα ελαφράς κατάθλιψης» λέει και ο Stuart Shipko, ψυχίατρος από την Καλιφόρνια. «Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα 2/3 των ανθρώπων που ακολουθούν φαρμακευτική αγωγή αντιμετωπίζουν προβλήματα σεξουαλικής φύσεως. Επίσης, η σεξουαλική δυσλειτουργία που προκύπτει από τη χρήση των αντικαταθλιπτικών είναι πολύ χειρότερη από τα σεξουαλικά προβλήματα που οφείλονται στην κατάθλιψη».

«Αρα, τι ισχύει τελικά;» θα αναρωτιέσαι. Με τα ποσοστά της κατάθλιψης στην Ελλάδα να ανεβαίνουν μέρα με τη μέρα υπάρχει κάποιο σαφές συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε; Αυτό που σίγουρα μπορούμε να πούμε είναι πως, παρόλο που η χορήγηση των φαρμάκων είναι πολλές φορές απαραίτητη, κάθε κλινική περίπτωση είναι ξεχωριστή κι επηρεάζεται από διαφορετικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, ας επιστρέψουμε για λίγο στην Ελένη. Υστερα από οκτώ χρόνια αγωγής αποφάσισε να διακόψει τα χάπια (σε ηλικία 28 ετών). Ο λόγος που το έκανε ήταν γιατί ένιωθε πως ήταν σε μια φάση της ζωής της, που είχε ανάγκη να σκέφτεται με καθαρό μυαλό. Μάλιστα δείχνει να έχει δεύτερες σκέψεις για την απόφασή της να χρησιμοποιήσει φάρμακα εξαρχής: «Τα φοιτητικά χρόνια πρέπει να είναι η περίοδος που ανακαλύπτεις ποια είσαι και τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου. Ενα από τα σφάλματα που σχετίζονται με τις διαγνώσεις σε νέους ανθρώπους είναι ότι σε κάνουν να νιώθεις πως βλέπεις τη ζωή με λάθος τρόπο και ότι προσωπική ματιά σου στον κόσμο οφείλεται στην ασθένειά σου».

Επίσης, αυτή είναι η περίοδος που υποτίθεται πως οι άνθρωποι αναζητούν πιο συχνά ένα σύντροφο. «Τη σημερινή εποχή, το 20ό έτος της ηλικίας θεωρείται η εποχή της απόλυτης ανεξαρτησίας. Οι περισσότεροι νέοι, αντί να βρουν μόνιμο σύντροφο, συγκατοικούν με φίλους τους και καθυστερούν να κατασταλάξουν ερωτικά» συμπληρώνει η Ελένη. «Κι όμως, αν παίρνεις αντικαταθλιπτικά, αυτά ενισχύουν την τάση σου να είσαι ανεξάρτητη και να μη στηρίζεσαι σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό σου» συμπληρώνει.

«Ας μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχει ένας κόστος» λέει με σιγουριά η Fisher. «Το να μπορείς να νιώσεις αγάπη έχει μεγάλη σημασία, ειδικά στις ηλικίες μεταξύ 20 και 40. Ο εγκέφαλός σου έχει άπειρους μηχανισμούς να επιλέγει ευκολότερα τους πιθανούς ερωτικούς συντρόφους σου. Οταν όμως δεν δένεσαι ποτέ συναισθηματικά και μεταπηδάς από τον ένα ερωτικό παρτενέρ στον άλλο, υπάρχει η πιθανότητα να αποθαρρύνεις άτομα, με τα οποία θα μπορούσες μελλοντικά να κάνεις σχέση».

Μπαίνουμε στη λογική: «η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;». Η κατάθλιψη, ως νόσος, στερεί στον ασθενή την κοινωνικότητα, τη συντροφικότητα και τη σεξουαλικότητά του. Επομένως, η ευθύνη για τη διαταραχή στη σεξουαλική ζωή και τη συναισθηματική σχέση είναι δύσκολο να επιμεριστεί στη νόσο ή τη θεραπεία.

Είναι, όμως, γεγονός ότι η κατάθλιψη είναι μια κοινή νόσος που αποδιοργανώνει σημαντικά τη ζωή του ασθενούς και -παρά την αντίθετη θεώρηση του κόσμου- δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς επαγγελματική βοήθεια. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά.

Το θλιβερό είναι ότι πολλά περιστατικά κατάθλιψης δεν φτάνουν ποτέ στην αναζήτηση βοήθειας κι έτσι δεν έχουν την ευκαιρία να θεραπευτούν. Γιατί η κατάθλιψη, με την κατάλληλη αγωγή, μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, ιδιαίτερα αν εντοπιστεί στην αρχή της.

Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης στηρίζεται στο συνδυασμό ψυχοθεραπείας κι αντικαταθλιπτικών. Τα αντικαταθλιπτικά δεν χορηγούνται για πάντα, αλλά για κάποια χρονικά διαστήματα (συνήθως μερικούς μήνες) μέχρι να βελτιωθεί η κατάσταση του ασθενούς και να αρχίσει να επωφελείται από τη ψυχοθεραπεία. Η μονιμοποίηση των αποτελεσμάτων γίνεται μέσα από εκμάθηση τεχνικών για τροποποίηση της στάσης ζωής και της διαχείρισης των περιστατικών της που προσφέρει η ψυχοθεραπεία.

Οσο για τις παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών και των ψυχιατρικών φαρμάκων, σίγουρα είναι υπαρκτές, δεν είναι όμως αναγκαίο κακό, αφού μέσα από τη συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό, στις περισσότερες περιπτώσεις, υποχωρούν με τροποποίηση της θεραπείας ή αλλαγή της δόσης. Για καλύτερα αποτελέσματα, επίσης, τα αντικαταθλιπτικά δεν πρέπει να συνδυάζονται με αλκοόλ ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν τη δράση τους, ενώ η διακοπή τους γίνεται σταδιακά κι ελεγχόμενα από το γιατρό.

Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μάθουμε ποτέ πώς θα ήταν η κατάληξη της ζωής της Ελένης ή της σχέσης της αν δεν είχε ξεκινήσει την αγωγή. Πολύ πιθανόν, όμως, η σχέση της δεν θα είχε και πάλι αίσιο τέλος και η λειτουργικότητά της θα ήταν πολύ περισσότερο περιορισμένη. Τελικά, στην κατάθλιψη δεν υπάρχει επιλογή «παίρνω ή δεν παίρνω φάρμακα». Υπάρχει όμως η επιλογή της συνεργασίας με τη θεραπευτική ομάδα, της συμμόρφωσης με την αγωγή και της σωστής λήψης των φαρμάκων. 

http://www.menshealth.gr/

 

 

{fcomments}

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ

Σχετικά Άρθρα

  • Πόσο συχνά κάνουν σεξ τα ευτυχισμένα ζευγάρια;
  • Μπύρα για δυνατό... σπέρμα
  • ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ για τον Έμπολα: Θέμα χρόνου να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο
  • ΨΗΣΕ ΤΟ ΣΩΣΤΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΨΗΘΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ
  • Αυτά είναι τα πέντε τρόφιμα που η υπερβολική τους κατανάλωση βλάπτει [λίστα]
  • Μην αφήνετε τα νεφρά σας να διψάσουν
loading...